Τρίτη 29 Ιουλίου 2014
Τρέχα Ρεξ, τρέχα
Διάβαζα σήμερα το πρωί πως δόθηκαν όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις για την λειτουργία της καινούργιας σχολής αρχιτεκτόνων μηχανικών που θα ξεκινήσει στην πόλη των Ιωαννίνων από το 2015. Το 1999 ξεκινήσαν οι σχολές της Πάτρας, του Βόλου και της Ξάνθης. Μέχρι τότε υπήρχε μόνο η σχολή της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το 2004 ξεκίνησε και το αντίστοιχο τμήμα αρχιτεκτονικής στην Κρήτη, στην πόλη των Χανίων. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια οι σχολές της αρχιτεκτονικής έχουν γίνει από δύο, εφτά. Πέραν αυτού ο αριθμός εισακτέων στις σχολές αυτές έχει αυξηθεί. Πάνω από 500 μαθητές περνάνε σε αρχιτεκτονικές σχολές (χωρίς να υπολογίζω τα ΤΕΙ) και με την νέα χρονιά και την προσθήκη της σχολής στα Γιάννενα το νούμερο θα περάσει τους 600. Κάθε χρόνο "μπαίνουν" εξακόσια άτομα σε αρχιτεκτονικές σχολές. Και θα μου πεις "Τι σε πειράζει εσένα, για καλό δεν είναι;"
Και θα γελάω. Γιατί, όχι. Δεν είναι για καλό.
2014. Η Ελλάδα σε αποσύνθεση, ο κλάδος των κατασκευών μετράει ανεργία κοντά στο 80% και εμείς συνεχίζουμε να στέλνουμε νέα πρόβατα στη σφαγή. Μάλιστα, περισσότερα πρόβατα. Όλοι αυτοί που μπαίνουν, ή μάλλον ας πω οι περισσότεροι, κάποια στιγμή θα βγουν. Και θα ψάχνουν για δουλειά. Με τα όνειρά τους σαν φύτρες, νεογέννητα και εύθραυστα, Θα μπαίνουν στην αγορά εργασίας. "Αγορά εργασίας". Μάλλον στο "σφαγείο" θα έπρεπε να λέμε. Γιατί στατιστικά από τους 600 που θα βγουν στην αγορά εργασίας οι 480 θα μείνουν άνεργοι. Και οι υπόλοιποι 120 θα περάσουν να εργαστούν ή άμισθα ή με ένα εξευτελιστικό μισθό, κάνοντας γραφειοκρατικές υπηρεσίες τύπου νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων και ημιυπαιθρίων. Και είναι τόσο λυπητερό αυτό. Γιατί δεν είναι αυτό που ονειρεύονται. Γιατί δεν είναι αυτό το να είσαι ένας αρχιτέκτονας.
Μα στο θέατρο του παραλόγου συνεχίζουμε τις εισαγωγές. Και προσπαθώντας πολύ να κατανοήσω την λογική αυτή, θυμήθηκα όταν ήμουν φαντάρος. Στο Διδυμότειχο υπήρχε ένα περιστατικό που ένα στρατόπεδο θα έκλεινε λόγω έλλειψης φαντάρων. Ο Έβρος σφύζει από ΟΠΕΔΑ και τα φαντάρια κάθε χρόνο και μειώνονται. Ήταν απίστευτος ο ξεσηκωμός όλης της τοπικής κοινότητας ενάντια στο κλείσιμο του στρατοπέδου. Μετά από μερικούς μήνες κατάλαβα γιατί. Ολόκληρες πόλεις ζούνε κυριολεκτικά από επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τους φαντάρους. Καφετέριες, ίντερνετ καφέ, σουβλατζίδικα, καθαριστήρια και μπουρδέλα είναι το τοπ 5. Κυριολεκτικά ζούνε από αυτούς. Πόλεις πολλών χιλιάδων κατοίκων "βγάζουνε" φαντάρους.
Εσείς τι παράγετε; Λιγνίτη; Εμείς φαντάρους. Ναι οι δικοί μας είναι και φιλικοί προς το περιβάλλον. Να τους δοκιμάσετε.
Είναι ακριβώς το ίδιο με τους φοιτητές. Οι σχολές και τα τμήματα αυξάνονται, οι εισακτέοι στα υπάρχοντα τμήματα αυξάνονται, έτσι όλοι είναι χαρούμενοι. Οι μαθητές γιατί πέρασαν στη σχολή που ήθελαν και εν αγνοία τους ονειρεύονται τη μέρα που θα γίνουν σπουδαίοι και τρανοί. Οι γονείς που τα παιδιά τους μπήκαν στο πανεπιστήμιο και δεν είναι ντουβάρια σαν του γείτονα, άρα μπορούνε να κοιμούνται ήσυχοι γιατί κάναν το κομμάτι τους. Η κυβέρνηση γιατί έχει να δείχνει τόσες επιτυχίες σε γραφήματα εισαγωγής και σε pie charts και σε ΦΕΚ άμα λάχει. Και οι επαγγελματίες των πόλεων που όλο βλέπουν να αυξάνεται το πελατολόγιό τους. Γιατί περί πελατών πρόκειται.
Η εισαγωγή φοιτητών είναι καθαρό μέτρο προς την αύξηση του κεφαλαίου των επιχειρήσεων των πόλεων.
Αυτό και τίποτα άλλο. Κι άλλοι φοιτητές στην επαρχία, κι άλλα οικογενειακά χρήματα στη γύρα. Βρες στο παιδί γκαρσονιέρα να μείνει, δώσε στο παιδί λεφτά το μήνα να ζει, κάνε το χρέος σου ως γονέας, το παιδί σχολή δεν θα πατά και πολύ, γιατί συνήθως θα είναι κλειστή λόγω καταλήψεων, αλλά και να περνάει, μετά τι θα κάνει θα κλειστεί σπίτι όλη μέρα; Όχι. Θα σουλατσάρει ξοδεύοντας όλα αυτά τα χρήματα στις καφετέριες, στα μπαρ, στις παραλίες, στα ταβερνάκια, να ζήσει την περίφημη ελληνική φοιτητική ζωή που τόσα έχει ακούσει από μικρός τότε επί Αντρέα. Και θα πλουτίσουν εις βάρος του όλοι. Και αυτός και οι γονείς του θα χρεωθούν μέχρι το λαιμό, με την ηθική ικανοποίηση της γκιλοτίνας, πως αυτό έπρεπε να κάνουν. Και μια μέρα που το όνειρο θα τελειώσει και θα βγει στην αγορά εργασίας θα καταλάβει το ειρωνικό της ζωής που του έραψαν καθώς θα καταλήξει να δουλεύει γκαρσόνι στα μπαράκια που τόσα χρόνια έδινε τα λεφτά του. Και πάλι καλά να λες.
Δεν θα με εξέπληττε να περνούσε κάποιο νομοσχέδιο που θα μάζευες αποδείξεις ως φοιτητής από έξοδα που έχεις κάνει τη χρονιά και ανάλογα με το πόσο υψηλά ήταν θα έπαιρνες και καλύτερη βαθμολογία. Σκεφτείτε το. Ταιριάζει απόλυτα. Όσο ξοδεύεις, τόσο θα ανταμείβεσαι. Έλα, Ρεξ πιάσε το κόκκαλο.
Γουφ.
Και το τσίρκο συνεχίζεται, κοίτα βγαίνουν οι τίγρεις.
Τρέχα, Ρεξ, τρέχα.
Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014
Πάμε
Πάμε λοιπόν τώρα, σκέφτηκα,
σηκώνοντας ασυναίσθητα τα μανίκια από τη φανέλα μου,
για μια ήρεμη και ψύχραιμη βουτιά στο θάνατο
και στην καταστροφή, κι όποιος γλυτώσει.
Χέρμαν Μέλβιλ,
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014
Τρίτη 15 Ιουλίου 2014
Σκάλες
Κι ανέβαινες τις σκάλες. Ήταν διαδρομή, ήταν δέσμευση, ήταν ο προορισμός σου που σου έδινε κουράγιο. Κι στην λιγοψυχιά τράβαγες κουπί, κάθε αυγή τα σκαλοπάτια ήταν λιγότερα. Μα κάθε βράδυ το φως έμπαινε φευγαλέα απ' τις χαραμάδες της σκέψης σου. Και αλύπητα βροντοκοπούσες τα τακούνια στα μαρμάρινα σκαλιά προσπαθώντας να αντηχήσεις το παρελθόν στο μέλλον σου. Αλλά ο κόσμος δεν δουλεύει έτσι. Κι ευτυχώς να λες, που δεν έμελλε να είναι η μοίρα σου φερέφωνο. Ο κρυστάλλινος απόηχος έπνιγε το δάκρυ της φοβισμένης σου καρδιάς, που δεν ήθελε να μοιάζει ανθρώπινη και αδύναμη και ατελής και κρυβόταν πίσω απ' τον αναβρασμό, τακ-τακ-τακ-τακ. Άτακτα βήματα, παραδoμένα σε εξωτικό ρυθμό, έτρεχες ή χόρευες ποτέ μου δεν κατέληξα. Με τα ακροδάχτυλα σήκωνες το φόρεμα, ίσα που να μην μπουρδουκλωθείς, γιατί κανείς ποτέ του δεν είδε πριγκίπισσα να σκοντάφτει δίχως άλλοθι.
Η σπείρα λένε πως συμβολίζει τη ψυχή μας. Έτσι ήταν ταιριαστό να αναβατείς μια στριφογυριστή σκάλα χωρίς πια να θυμάσαι πότε ξεκίνησες και ποια ήσουν τότε. Χαράμι τα χρόνια που αβόλευτα σχοινοβατούσες μεταξύ του ενός και του άλλου, χαράμι κι οι μπαγαποντιές της μονάκριβής σου νιότης, τότε που μικρή φορούσες μάσκες και έλεγες πως η ζωή είναι πιο όμορφη όταν έχει χρώμα. Όταν έχει συναίσθημα. Όταν έχει φωνές και παρακάλια.
Μα μεγαλώνοντας φοβήθηκες να αφεθείς και μεγάλωνες μονόπλευρα, σαν όλους τους άλλους. Και το κάδρο στο σαλόνι φιλοξενούσε εκείνο το μικρό κορίτσι με τις μπούκλες. Και για κάθε συναίσθημα που στερήθηκες πήρε μια ακόμη φακίδα η μύτη σου. Μα εσένα δεν σε ένοιαζε γιατί πάντοτε ήθελες να έχεις ζωγραφισμένα πάνω σου, αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης χημείας που συνοδεύει το Εγώ σου.
Τώρα που είχες βρεθεί; Να ανεβαίνεις μανιασμένα μια σκάλα, μια σπείρα, μια ψυχή. Τακ-τακ-τακ-τακ. Τα βήματα όλο και πιο άτακτα, από πάνω φωνές, οι σκέψεις σου αντηχούν όλο και πιο καθαρές, όλο και πιο απόμακρες. Συγκράτησες το στέμμα σου, ανασήκωσες το πριγκιπικό σου φόρεμα, λίγο πιο σθεναρά και βάλθηκες να φτάσεις στο κέντρο αυτής της σπείρας. Με τις δαντέλες να ανεμίζουν πάνω απ τα λεπτά σου μπράτσα, έσφιξες τα μηλίγγια σου και ορκίστηκες ένα στόχο. Στο πέλμα του ουρανού. Εκεί που το σήμερα, το αύριο και το τώρα γίνονται ένα. Εκεί που όλα -ήλπιζες- να είναι πιο ξεκάθαρα. Θυμόσουν στο σχολείο, σου λέγανε πως η διαδρομή είναι πιο σημαντική από τον προορισμό. Τώρα, μεγαλώνοντας συνειδητοποιούσες πως ο προορισμός είναι αυτός που καθορίζει τη διαδρομή και εξ' αυτού όσο σημαντική κι αν είναι, χωρίς έναν προορισμό αντάξιο, θα ήταν μάταια. Σαν ένα καράβι με δυνατά πανιά και γερό σκαρί που πλέει προς άγονες πατρίδες. Τακ-τακ-τακ-τακ. Τα τακούνια σου ακόμη αντηχούν στο μυαλό μου. Τακ-τακ-τακ-τακ. Έτρεχες ψάχνοντας το δικό σου γερό σκαρί. Εκείνο με τα λευκά πανιά. Να σαλπάρεις προς μια χώρα γόνιμη, με μουσική κι ανθρώπους και ζωή που σαν αυτή καμιά. Και η σπείρα όλο και έκλεινε. Τακ-τακ-τακ-τακ. Και η σπείρα όλο συνέχιζε να κλείνει. Τακ-τακ-τακ-τακ. Κι ήταν τα σκαλίσματα της κουπαστής αντάξια της ομορφιάς σου. Κι ήταν το άλικο χρώμα των σκαλοπατιών σαν το δικό σου. Κι ο ουρανός τυρκουάζ πετράδι, ταλαιπωρημένο, σαν το μυαλό ενός ανθρώπου σε ανάγκη. Σε ανάγκη για κάτι παραπάνω.
Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014
Καθρέφτης
Και βούτηξες στον καθρέφτη
και πίστεψες το είδωλό σου.
Είδες μια λάμψη να αναβλύζει
ένα ρυάκι από αναμνήσεις να βαραίνει το στέρνο σου.
Μπρος ο κόσμος έμοιαζε θολός.
Θολός εγώ, θολή εσύ. Θολοί κι οι δυο μας.
Πίσω ο κόσμος έμοιαζε μολυβένιος.
Ακατέργαστες σκιές να δίνουν βάθος στο σαθρό περιτύλιγμα της ψυχής μας.
Το άλικο χρώμα που σε λούζει.
Λησμονημένες αγάπες χαράζουν με τα νύχια τους, τους γυάλινους φόβους σου
και κλαις γιατί δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις.
Αγόρασες μια χούφτα αλήθειες, από πλανόδιους πρίγκιπες
και τώρα δεν ξέρεις ποιο ξυλαράκι είναι το πιο κοντό.
Δεν ξέρεις σε ποιο δρόμο πρέπει να στρώσεις ροδοπέταλα.
Δεν ξέρεις σε ποιο σύννεφο να καθρεφτίσεις το είδωλό σου.
Σταμάτα να ανεβάζεις τη ψυχή σου στις τραμπάλες τις παιδικής σου ανάμνησης.
Σταμάτα να σκιαγραφείς το χαμόγελό σου στους υποθετικούς αγαπητικούς σου.
Πάρε μια βαθιά ανάσα κι ακολούθα με.
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014
Ερωτικό
To ONE STORY κράτησε ακριβώς ένα χρόνο. 366 συγγραφείς έγραψαν μια ιστορία ο καθένας. Μια ιστορία κάθε μέρα. Πλέον υπάρχει το αρχείο με τόσες ιστορίες που μπορεί να διαβάσει κανείς. Διάλεξε την δική σου. Μια φοβερή προσπάθεια από τον Γιάννη Φαρσάρη, δημιουργό της σελίδας. Σας παρουσιάζω ένα στην τύχη. Ή και όχι.
Περπατούσαμε σε μια αμμουδιά με άσπρες πέτρες. Εσύ κι εγώ κι ένας σκύλος, ο Αχιλλέας. Εγώ ήμουν ξυπόλυτος, εσύ με τα παπούτσια του σκύλου στο χέρι και αυτός φορούσε τα δικά σου. Μα ήταν ψηλά, δεκάποντα, και σκόνταφτε ανάμεσα στις άσπρες πέτρες κι όλο γαύγιζε αγανακτισμένα.
Τα μαλλιά σου ήταν λυτά και εγώ κοιτούσα στις γραμμές τους το λαμπύρισμα της θάλασσας. Έβγαλες ένα κέρμα απ’ την τσέπη και μου είπες «διάλεξε». Εγώ δεν ήθελα την ευθύνη κι έτσι σου είπα «διάλεξε εσύ». Το έστριψες στον αέρα και το ακολούθησες με ένα σάλτο. Και εγώ σε πήρα στο κατόπι για να δω πού μπορείς να φτάσεις.
Πετάξαμε ψηλά, δυο παρακείμενοι χαρταετοί χωρίς ουρά, πάνω απ’ τις ακρογιαλιές του παλιού σου εξοχικού και προσγειωθήκαμε στα χορτάρια της αυλής που είχαν θεριέψει, σαν τους ατημέλητούς σου φόβους. Τα μαλλιά σου μπλέχτηκαν και έγιναν ένα με τα στάχυα. Τα ματιά σου καθρέφτισαν το απόκοσμο γαλάζιο του ουρανού και κρύφτηκες στο θεόρατο της πλάσης. Άκουγα μόνο τον ήχο της φωνής σου να γελά και να απορεί με τις γκριμάτσες μου. Μα δεν είναι σωστό να γελάς με έναν άτυχο από έρωτα.
Πονέσαμε ένα βράδυ σκοτεινό, όταν ο κόσμος μίκρυνε και τα αστέρια άστραψαν βροχή και θύελλα σκόρπισε μπροστά μας ιστορίες από έναν άλλο τόπο. Καθίσαμε αγκαλιά κάτω από ένα τενεκεδένιο υπόστεγο που είχε σαπίσει μες τα χρόνια, να ακούμε το μεταλλικό ήχο της βροχής καθώς περιέλουζε τη λαμαρίνα σαν χιλιάδες καρφίτσες και ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες για τον ήλιο και τους θεούς που τα ‘χαν βάλει μαζί μας. Μα σύντομα το ρίξαμε στα γέλια αφού ποτέ δεν μπορείς να κρατήσεις μούτρα στον ήλιο. Κι εκείνος έριξε μερικές κλεφτές ματιές ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, ανατριχιάζοντας το νωπό μας δέρμα με αγάπη και ζεστασιά. Σου είπα «δώσε μου το χέρι σου» κι εσύ, αθώα το προέταξες μόνο για να σου στρίψω αντίθετα το δέρμα κοντά στον καρπό, με τα δυο μου χέρια, όπως μου έκανε κάποτε ο πατέρας μου όταν ήμουνα μικρός. Δεν ήταν ιδιαίτερα αστείο μα γελούσα καθώς ένιωθες κι εσύ σαν το τενεκεδένιο υπόστεγο, να σε περιλούζουν χίλιες καρφίτσες.
Σε κουκούλωσα με το παλτό μου, εγώ και εσύ μια ανάσα απόσταση κι ο ζεστός αέρας απ’ τα χνώτα μας το φούσκωσε κι έγινε μεγάλο, ένα μάλλινο αερόστατο με μπαλώματα για αγκώνες. Πετάξαμε μακριά σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι είχαν γαμψές μύτες και σκούρο δέρμα. Τα πρόσωπα τους ήταν ταλαιπωρημένα και εγώ λυπήθηκα, έτσι φόρεσα το καλό μου φράκο, με το ψηλό μαύρο καπέλο και το γυαλιστερό μου μπαστούνι. Τους είπαμε «καλημέρα» μα δεν μας κατάλαβαν, είχαν γλώσσα μπερδεμένη. Μια λεπτεπίλεπτη κυρία, με ζάρες κάτω απ’ τα μάτια και ψαρά μαλλιά πιασμένα με μια φούρκα, έσπρωξε τον ανιψιό της να σου δώσει ένα κίτρινο φουστάνι, αρχοντικό, σαν να είχε ραφτεί από τις μαργαρίτες της αυλής του παλατιού. Υποκλιθήκαμε εξίσου αρχοντικά, εγώ πέρασα το μπαστούνι υπό μάλης κι έβγαλα το ψηλό, μαύρο καπέλο καθώς χαμήλωνα. Εσύ σήκωσες με τα ακροδάχτυλα το φόρεμά σου κι έστρεψες το βλέμμα σου χαμηλά στις ξένες πέτρες. Χάρισα το φράκο μου σε ένα ζητιάνο, το μπαστούνι μου σε ένα ψαρά και το ψηλό μου καπέλο σε ένα ψεύτη. Εσύ έκανες το φόρεμά σου σβούρες κι άνεμος δυνατός μας σήκωσε ξανά ψηλά σε έναν στρόβιλο με πιέτες και λαμπερά στολίδια.
Περάσαμε τη θάλασσα και πάνω απ’ τον ωκεανό ένιωσες πουλί που ήθελε να κολυμπήσει. Εγώ ένιωθα ψάρι που ήθελε να πετάξει. Κυκλώσαμε το αύριο με μαύρο μαρκαδόρο και δώσαμε ραντεβού, όταν τα ψάρια θα βγάζανε φτερά και τα πουλιά βράγχια. Γίναμε δύο μικρές κουκίδες στο χάρτη, μα όσο κι αν απείχαμε πάντα σχηματίζαμε μια ευθεία κι αυτό μου έδινε κουράγιο. «Στο τέλος του δρόμου» έλεγα και μετά προσπαθούσα να μετρήσω ποσά τσιγάρα δρόμος ήταν. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… μα πάντα με έπαιρνε ο ύπνος στο παραπέντε κι ονειρευόμουν τα Ηλύσια πεδία, εκεί κοντά στο παλιό σου εξοχικό τότε που είχες χαθεί μέσα στη γη, σαν ένα ξανθό μανιτάρι, εξωτικό, με γεύση ντόπια.
Μου έλειψες. Μα μες τα χρόνια κι αυτό ακόμη έγινε παρηγοριά. Άνοιξα διάπλατα τα στόρια κι είπα στον εαυτό μου δε με νοιάζει. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και νόμισα πως είμαι τυχερός που έχω μια αλησμόνητη παρηγοριά να ξεφουσκώνει σαν το παλτό μου, εκείνο που κάποτε είχε γίνει αερόστατο για να μας ταξιδέψει. Μα η ευθεία που μας χώριζε διαστρεβλώθηκε απ’ το ασήκωτο βάρος του χρόνου κι όσο κι αν προχωρούσα μπρος, έφερνα βόλτες, πάντα προς το ίδιο κέντρο. Κι όσο κι αν έγραφα, ποτέ δεν στέρεψα από δάκρυα. Μονάχα πότισα μ’ αυτά ένα μπλε σχολικό τετράδιο και στο νωπό χαρτί έγιναν λέξεις κι αλήτευαν ελεύθερα πάνω στις γραμμές, σαν πουλιά καθισμένα σε καλώδια. Και τότε ήταν που φοβήθηκα μην γίνουμε κι εμείς αναμνήσεις σαν εκείνες στα παλιά σχολικά τετράδια. Κοίταξα και σε βρήκα στο κέντρο της σπείρας να γυρνάς γύρω απ’ τον εαυτό σου, σαν ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του.
Κι όσα κι αν έγραψα δεν στα έδωσα, όχι από φόβο, μα από τρόμο μην ανοίξει η γη και τα καταπιεί και δεν έχω το χτες παρόν στο αύριο. Και γέλασες όταν στο είπα, με είπες γέρο-ξεκούτη και ταλαίπωρο. Εγώ κοκκίνισα και έγινα καπνός. Και με ανέπνευσες ξανά, με όσφρησες αργά, με κατέβασες κι ύστερα με έβγαλες κύκλους απ’ τα χείλη σου, μαζί με λίγο απ’ το άλικο κραγιόν και μια ανάσα πάθος απ’ τα χνώτα σου.
Ό,τι περίσσεψα με βούτηξες βαθιά σε ένα ποτήρι με σαμπάνια κι έγινα ανθρακικό, μπουρμπουλήθρες, αφρός και ξέβρασα στην αμμουδιά όλη μου την αγάπη για σένα, την αμμουδιά εκείνη με τις άσπρες πέτρες που περπατούσαμε κάποτε –θυμάσαι;– κι ο Αχιλλέας μου έγλυψε το πρόσωπο και γαύγιζε χαρούμενα γιατί είχε πλέον απαλλαγεί απ’ τις γόβες σου κι είχε σταθεί ξανά στο ύψος του. Τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Ανασηκώθηκα φτύνοντας χταπόδια κι αστερίες μαζί με θαλασσινό νερό κι έβγαλα τα φύκια από πάνω μου, σα βρεγμένα ρούχα και στάθηκα γυμνός μπροστά σου κι εγώ, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Γέλασες, με ζέστανες με αστεία βγαλμένα απ’ τη παιδική μας ηλικία. Σε κέρασα γλυκό κρασί απ’ τα αμπάρια του ναυαγίου που ‘χε σταθεί στο δρόμο μου, σου χαμογέλασα και παραδέχτηκα μια αλήθεια που έκρυβα για σένα, μια αλήθεια από αυτές που είναι βγαλμένες από παλιά παραμύθια. «Πολιτεύω μια αγάπη» σου δήλωσα με θάρρος, μα μου είπες «βρε σατράπη!».
«Μα εγώ από αγάπη το κάνω!» απολογήθηκα.
«Αγάπη από αγάπη δεν πιάνει» μου είπες χαμογελαστά και χάθηκες στα γέλια σου. Πήρα μια βαθιά ανάσα για να σου πω, αυτά που ήθελα να μείνουνε στο χρόνο:
«Μόνος δεν τα βγάζω πέρα, μαζεύω αέρα, φουσκώνω τη μέρα κι απλώνω τη νύχτα, σου τραγουδώ καληνύχτα κι έτσι μόνο αντέχω στο χρόνο, ξαπλώνω στο θρόνο κι ορθώνω, μα εσύ, μια του ήλιου ακίδα, μυτερή ηλιαχτίδα, δίχως φυγή, δίχως πατρίδα, μονάχα το κόκκινο είχες στα χείλη, η καρδιά χαμομήλι και το γέλιο φευγάτο, λες να πιάσουμε πάτο; Μα στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει, τίποτα δεν με σκιάζει, αφού γεμίζω τα πνευμονία με πάθος, στο δικό μου σεντόνι σε τυλίγω μονάχος και θα σε έχω για μένα, μόνο για μένα…»
Κι είχα κοκκινίσει προσπαθώντας να κρατήσω τον αέρα που έβρασε από πάθος και μανία να πω όλα όσα έχω μέσα μου σε μια ανάσα μόνο, πριν τύχει και τσουφ! εξαφανιστείς πάλι από μπροστά μου. Ατμός άρχισε να βγαίνει απ’ τα αυτιά μου κι εσύ γελούσες δυνατά σαν χάνος και το αγαπώ εγώ αυτό το γέλιο σου, γιατί πάντα με έκανε να σε νιώθω ευτυχισμένη. Κι ήταν το αύριο που είχε γίνει τώρα. Κι ήταν η πιο γλυκιά μου μπόρα. Κι ήσουν θαμπή, ξενυχτισμένη και βρωμούσες ταλαιπώρια και τσιγάρα μα ακόμα σ’ αγαπούσα. Κι αν δεν είναι αγάπη αυτό, τότε ποτέ δεν θα μάθω τί είναι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













