Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Ερωτικό

To ONE STORY κράτησε ακριβώς ένα χρόνο. 366 συγγραφείς έγραψαν μια ιστορία ο καθένας. Μια ιστορία κάθε μέρα. Πλέον υπάρχει το αρχείο με τόσες ιστορίες που μπορεί να διαβάσει κανείς. Διάλεξε την δική σου. Μια φοβερή προσπάθεια από τον Γιάννη Φαρσάρη, δημιουργό της σελίδας. Σας παρουσιάζω ένα στην τύχη. Ή και όχι.


Περπατούσαμε σε μια αμμουδιά με άσπρες πέτρες. Εσύ κι εγώ κι ένας σκύλος, ο Αχιλλέας. Εγώ ήμουν ξυπόλυτος, εσύ με τα παπούτσια του σκύλου στο χέρι και αυτός φορούσε τα δικά σου. Μα ήταν ψηλά, δεκάποντα, και σκόνταφτε ανάμεσα στις άσπρες πέτρες κι όλο γαύγιζε αγανακτισμένα. 

Τα μαλλιά σου ήταν λυτά και εγώ κοιτούσα στις γραμμές τους το λαμπύρισμα της θάλασσας. Έβγαλες ένα κέρμα απ’ την τσέπη και μου είπες «διάλεξε». Εγώ δεν ήθελα την ευθύνη κι έτσι σου είπα «διάλεξε εσύ». Το έστριψες στον αέρα και το ακολούθησες με ένα σάλτο. Και εγώ σε πήρα στο κατόπι για να δω πού μπορείς να φτάσεις.

Πετάξαμε ψηλά, δυο παρακείμενοι χαρταετοί χωρίς ουρά, πάνω απ’ τις ακρογιαλιές του παλιού σου εξοχικού και προσγειωθήκαμε στα χορτάρια της αυλής που είχαν θεριέψει, σαν τους ατημέλητούς σου φόβους. Τα μαλλιά σου μπλέχτηκαν και έγιναν ένα με τα στάχυα. Τα ματιά σου καθρέφτισαν το απόκοσμο γαλάζιο του ουρανού και κρύφτηκες στο θεόρατο της πλάσης. Άκουγα μόνο τον ήχο της φωνής σου να γελά και να απορεί με τις γκριμάτσες μου. Μα δεν είναι σωστό να γελάς με έναν άτυχο από έρωτα.

Πονέσαμε ένα βράδυ σκοτεινό, όταν ο κόσμος μίκρυνε και τα αστέρια άστραψαν βροχή και θύελλα σκόρπισε μπροστά μας ιστορίες από έναν άλλο τόπο. Καθίσαμε αγκαλιά κάτω από ένα τενεκεδένιο υπόστεγο που είχε σαπίσει μες τα χρόνια, να ακούμε το μεταλλικό ήχο της βροχής καθώς περιέλουζε τη λαμαρίνα σαν χιλιάδες καρφίτσες και ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες για τον ήλιο και τους θεούς που τα ‘χαν βάλει μαζί μας. Μα σύντομα το ρίξαμε στα γέλια αφού ποτέ δεν μπορείς να κρατήσεις μούτρα στον ήλιο. Κι εκείνος έριξε μερικές κλεφτές ματιές ανάμεσα απ’ τα σύννεφα, ανατριχιάζοντας το νωπό μας δέρμα με αγάπη και ζεστασιά. Σου είπα «δώσε μου το χέρι σου» κι εσύ, αθώα το προέταξες μόνο για να σου στρίψω αντίθετα το δέρμα κοντά στον καρπό, με τα δυο μου χέρια, όπως μου έκανε κάποτε ο πατέρας μου όταν ήμουνα μικρός. Δεν ήταν ιδιαίτερα αστείο μα γελούσα καθώς ένιωθες κι εσύ σαν το τενεκεδένιο υπόστεγο, να σε περιλούζουν χίλιες καρφίτσες.

Σε κουκούλωσα με το παλτό μου, εγώ και εσύ μια ανάσα απόσταση κι ο ζεστός αέρας απ’ τα χνώτα μας το φούσκωσε κι έγινε μεγάλο, ένα μάλλινο αερόστατο με μπαλώματα για αγκώνες. Πετάξαμε μακριά σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι είχαν γαμψές μύτες και σκούρο δέρμα. Τα πρόσωπα τους ήταν ταλαιπωρημένα και εγώ λυπήθηκα, έτσι φόρεσα το καλό μου φράκο, με το ψηλό μαύρο καπέλο και το γυαλιστερό μου μπαστούνι. Τους είπαμε «καλημέρα» μα δεν μας κατάλαβαν, είχαν γλώσσα μπερδεμένη. Μια λεπτεπίλεπτη κυρία, με ζάρες κάτω απ’ τα μάτια και ψαρά μαλλιά πιασμένα με μια φούρκα, έσπρωξε τον ανιψιό της να σου δώσει ένα κίτρινο φουστάνι, αρχοντικό, σαν να είχε ραφτεί από τις μαργαρίτες της αυλής του παλατιού. Υποκλιθήκαμε εξίσου αρχοντικά, εγώ πέρασα το μπαστούνι υπό μάλης κι έβγαλα το ψηλό, μαύρο καπέλο καθώς χαμήλωνα. Εσύ σήκωσες με τα ακροδάχτυλα το φόρεμά σου κι έστρεψες το βλέμμα σου χαμηλά στις ξένες πέτρες. Χάρισα το φράκο μου σε ένα ζητιάνο, το μπαστούνι μου σε ένα ψαρά και το ψηλό μου καπέλο σε ένα ψεύτη. Εσύ έκανες το φόρεμά σου σβούρες κι άνεμος δυνατός μας σήκωσε ξανά ψηλά σε έναν στρόβιλο με πιέτες και λαμπερά στολίδια. 

Περάσαμε τη θάλασσα και πάνω απ’ τον ωκεανό ένιωσες πουλί που ήθελε να κολυμπήσει. Εγώ ένιωθα ψάρι που ήθελε να πετάξει. Κυκλώσαμε το αύριο με μαύρο μαρκαδόρο και δώσαμε ραντεβού, όταν τα ψάρια θα βγάζανε φτερά και τα πουλιά βράγχια. Γίναμε δύο μικρές κουκίδες στο χάρτη, μα όσο κι αν απείχαμε πάντα σχηματίζαμε μια ευθεία κι αυτό μου έδινε κουράγιο. «Στο τέλος του δρόμου» έλεγα και μετά προσπαθούσα να μετρήσω ποσά τσιγάρα δρόμος ήταν. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… μα πάντα με έπαιρνε ο ύπνος στο παραπέντε κι ονειρευόμουν τα Ηλύσια πεδία, εκεί κοντά στο παλιό σου εξοχικό τότε που είχες χαθεί μέσα στη γη, σαν ένα ξανθό μανιτάρι, εξωτικό, με γεύση ντόπια.

Μου έλειψες. Μα μες τα χρόνια κι αυτό ακόμη έγινε παρηγοριά. Άνοιξα διάπλατα τα στόρια κι είπα στον εαυτό μου δε με νοιάζει. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και νόμισα πως είμαι τυχερός που έχω μια αλησμόνητη παρηγοριά να ξεφουσκώνει σαν το παλτό μου, εκείνο που κάποτε είχε γίνει αερόστατο για να μας ταξιδέψει. Μα η ευθεία που μας χώριζε διαστρεβλώθηκε απ’ το ασήκωτο βάρος του χρόνου κι όσο κι αν προχωρούσα μπρος, έφερνα βόλτες, πάντα προς το ίδιο κέντρο. Κι όσο κι αν έγραφα, ποτέ δεν στέρεψα από δάκρυα. Μονάχα πότισα μ’ αυτά ένα μπλε σχολικό τετράδιο και στο νωπό χαρτί έγιναν λέξεις κι αλήτευαν ελεύθερα πάνω στις γραμμές, σαν πουλιά καθισμένα σε καλώδια. Και τότε ήταν που φοβήθηκα μην γίνουμε κι εμείς αναμνήσεις σαν εκείνες στα παλιά σχολικά τετράδια. Κοίταξα και σε βρήκα στο κέντρο της σπείρας να γυρνάς γύρω απ’ τον εαυτό σου, σαν ένας σκύλος που κυνηγάει την ουρά του.

Κι όσα κι αν έγραψα δεν στα έδωσα, όχι από φόβο, μα από τρόμο μην ανοίξει η γη και τα καταπιεί και δεν έχω το χτες παρόν στο αύριο. Και γέλασες όταν στο είπα, με είπες γέρο-ξεκούτη και ταλαίπωρο. Εγώ κοκκίνισα και έγινα καπνός. Και με ανέπνευσες ξανά, με όσφρησες αργά, με κατέβασες κι ύστερα με έβγαλες κύκλους απ’ τα χείλη σου, μαζί με λίγο απ’ το άλικο κραγιόν και μια ανάσα πάθος απ’ τα χνώτα σου.

Ό,τι περίσσεψα με βούτηξες βαθιά σε ένα ποτήρι με σαμπάνια κι έγινα ανθρακικό, μπουρμπουλήθρες, αφρός και ξέβρασα στην αμμουδιά όλη μου την αγάπη για σένα, την αμμουδιά εκείνη με τις άσπρες πέτρες που περπατούσαμε κάποτε –θυμάσαι;– κι ο Αχιλλέας μου έγλυψε το πρόσωπο και γαύγιζε χαρούμενα γιατί είχε πλέον απαλλαγεί απ’ τις γόβες σου κι είχε σταθεί ξανά στο ύψος του. Τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Ανασηκώθηκα φτύνοντας χταπόδια κι αστερίες μαζί με θαλασσινό νερό κι έβγαλα τα φύκια από πάνω μου, σα βρεγμένα ρούχα και στάθηκα γυμνός μπροστά σου κι εγώ, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Γέλασες, με ζέστανες με αστεία βγαλμένα απ’ τη παιδική μας ηλικία. Σε κέρασα γλυκό κρασί απ’ τα αμπάρια του ναυαγίου που ‘χε σταθεί στο δρόμο μου, σου χαμογέλασα και παραδέχτηκα μια αλήθεια που έκρυβα για σένα, μια αλήθεια από αυτές που είναι βγαλμένες από παλιά παραμύθια. «Πολιτεύω μια αγάπη» σου δήλωσα με θάρρος, μα μου είπες «βρε σατράπη!».

«Μα εγώ από αγάπη το κάνω!» απολογήθηκα.

«Αγάπη από αγάπη δεν πιάνει» μου είπες χαμογελαστά και χάθηκες στα γέλια σου. Πήρα μια βαθιά ανάσα για να σου πω, αυτά που ήθελα να μείνουνε στο χρόνο:

«Μόνος δεν τα βγάζω πέρα, μαζεύω αέρα, φουσκώνω τη μέρα κι απλώνω τη νύχτα, σου τραγουδώ καληνύχτα κι έτσι μόνο αντέχω στο χρόνο, ξαπλώνω στο θρόνο κι ορθώνω, μα εσύ, μια του ήλιου ακίδα, μυτερή ηλιαχτίδα, δίχως φυγή, δίχως πατρίδα, μονάχα το κόκκινο είχες στα χείλη, η καρδιά χαμομήλι και το γέλιο φευγάτο, λες να πιάσουμε πάτο; Μα στ’ αλήθεια δεν με νοιάζει, τίποτα δεν με σκιάζει, αφού γεμίζω τα πνευμονία με πάθος, στο δικό μου σεντόνι σε τυλίγω μονάχος και θα σε έχω για μένα, μόνο για μένα…»

Κι είχα κοκκινίσει προσπαθώντας να κρατήσω τον αέρα που έβρασε από πάθος και μανία να πω όλα όσα έχω μέσα μου σε μια ανάσα μόνο, πριν τύχει και τσουφ! εξαφανιστείς πάλι από μπροστά μου. Ατμός άρχισε να βγαίνει απ’ τα αυτιά μου κι εσύ γελούσες δυνατά σαν χάνος και το αγαπώ εγώ αυτό το γέλιο σου, γιατί πάντα με έκανε να σε νιώθω ευτυχισμένη. Κι ήταν το αύριο που είχε γίνει τώρα. Κι ήταν η πιο γλυκιά μου μπόρα. Κι ήσουν θαμπή, ξενυχτισμένη και βρωμούσες ταλαιπώρια και τσιγάρα μα ακόμα σ’ αγαπούσα. Κι αν δεν είναι αγάπη αυτό, τότε ποτέ δεν θα μάθω τί είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου